
Θρήνος σκεπάζει την παγκόσμια μουσική σκηνή, καθώς ο «μύθος» της, ο Όζι Όζμποpν, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών.Ο θάνατός του έρχεται μόλις λίγες εβδομάδες μετά την εκρηκτική και βαθιά συγκινητική του επανένωση με τους Black Sabbath, με τους οποίους έδωσε την «τελευταία του υπόκλιση» σε μια τελετουργική συναυλία αποχαιρετισμού στο Villa Park του Μπέρμιγχαμ, με την ελληνική μουσική σκηνή πρόσφα…
Θρήνος σκεπάζει την παγκόσμια μουσική σκηνή, καθώς ο «μύθος» της, ο Όζι Όζμποpν, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών.
Ο θάνατός του έρχεται μόλις λίγες εβδομάδες μετά την εκρηκτική και βαθιά συγκινητική του επανένωση με τους Black Sabbath, με τους οποίους έδωσε την «τελευταία του υπόκλιση» σε μια τελετουργική συναυλία αποχαιρετισμού στο Villa Park του Μπέρμιγχαμ, με την ελληνική μουσική σκηνή πρόσφατα επίσης να θλίβεται για τον χαμό τραγουδιστή.
«Δεν έχετε ιδέα πώς νιώθω – σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου», ήταν τα λόγια του μπροστά σε χιλιάδες θεατές, καθηλωμένος σε έναν θρόνο αλλά πιο ζωντανός από ποτέ. Το line-up του farewell show περιλάμβανε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της σκηνής – Metallica και Guns N’ Roses μεταξύ άλλων – σε έναν φόρο τιμής στον πατριάρχη του σκληρού ήχου.
Ο Πρίγκιπας του Σκότους
Ο Όζμποpν γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 1948 στο βιομηχανικό Μπέρμιγχαμ της Μεγάλης Βρετανίας. Το πλήρες όνομά του είναι John Michael Osbourne. Μεγαλωμένος σε εργατική οικογένεια, είχε πέντε αδέλφια και ζούσε σε ένα μικρό διαμέρισμα δύο δωματίων. Η μητέρα του εργαζόταν σε εργοστάσιο, ενώ ο πατέρας του ήταν κατασκευαστής εργαλείων στην General Electric.
Σε νεαρή ηλικία, ο Όζμποpν υπήρξε θύμα σκληρού σeξουαλικού εκφοβισμού από τους συμμαθητές του και αντιμετώπισε τη δυσλεξία. Στα 16 του, ξεκίνησε να εργάζεται σε σφαγείο, αλλά σύντομα άφησε τη δουλειά του για να στραφεί σε διαρρήξεις και μικροκλοπές με στόχο να χρηματοδοτήσει την αγορά ναρκωτικών. Στα 17 του χρόνια συνελήφθη και καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκισης. Μετά την αποφυλάκισή του, αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική και έγινε τραγουδιστής στο πρώτο του συγκρότημα, τους Approach.
Αργότερα, μετά τη διάλυση των Music Machine, δημιούργησε τους Rare Breed μαζί με τον φίλο του μπασίστα Τέρενς Μπάτλερ (γνωστό ως «Γκίζερ»). Παράλληλα, ο Τόνι Αϊόμι και ο ντράμερ Μπιλ Γουόρντ ανήκαν στο συγκρότημα Mythology. Μέσα από μια αγγελία που έβαλε ο Όζμποpν σε εφημερίδα και την γνωριμία του Μπάτλερ με τους Αϊόμι και Γουόρντ, οι τέσσερις μουσικοί αποφάσισαν να συνεργαστούν. Αρχικά, εμφανίζονταν ως Earth, ανοίγοντας συναυλίες άλλων συγκροτημάτων. Ωστόσο, όταν διαπίστωσαν ότι το κοινό τους μπέρδευε με ένα χορευτικό συγκρότημα, αποφάσισαν να αλλάξουν το όνομά τους σε Black Sabbath, εμπνευσμένοι από την ομώνυμη ταινία τρόμου.
Το πρώτο τους τραγούδι, Black Sabbath, θεωρείται ότι γέννησε το Heavy Metal. Οι εμφανίσεις τους ήταν τόσο δυνατές που συχνά έπεφτε το ρεύμα στις συναυλίες τους. Το πρώτο τους άλμπουμ, επίσης με τίτλο «Black Sabbath», κυκλοφόρησε την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 1970 και έφτασε στο Top-10 των βρετανικών τσαρτ, μαζί με ονόματα όπως οι Beatles και οι The Who.
Με τα πρώτα του έσοδα, ο Όζμποpν γύρισε στο σπίτι του για να ξεπληρώσει τους γονείς του για την 16χρονη φιλοξενία τους. Παρουσίασε περήφανος το άλμπουμ του, αλλά η μητέρα του έφυγε δικαιολογούμενη ότι είχε δουλειές, ενώ ο πατέρας του, ξαφνιασμένος, τον ρώτησε αν έκανε χρήση περισσότερων ουσιών πέρα από το αλκοόλ.
Η πορεία του με τους Black Sabbath συνεχίστηκε μέχρι τον Απρίλιο του 1979, με την κυκλοφορία οκτώ εξαιρετικά επιτυχημένων δίσκων, που έγραψαν ιστορία στη μουσική.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, κυκλοφόρησε τον πρώτο του προσωπικό δίσκο «Blizzard of Ozz». Στο συγκρότημα του συμμετείχαν ο πρώην ντράμερ των Uriah Heep, Λι Κέρσλεηκ, ο πρώην μπασίστας των Rainbow, Μπομπ Ντέισλι και ο κιθαρίστας Ράντι Ρόουντς. Το άλμπουμ ανέβηκε στο βρετανικό Top-10 και έγινε τέσσερις φορές πλατινένιο. Ακολούθησε το «Diary of a Madman» το Νοέμβριο του 1981, με το Top-20 σινγκλ «Flying High Again», πριν ο Τόμι Όλντριτζ και ο Ρούντι Σάρζο αντικαταστήσουν τον Κέρσλεηκ και το Ντέισλι, αντίστοιχα.
Στις 19 Μαρτίου 1982, ο Ρόουντς έχασε τη ζωή του σε αεροπορικό δυστύχημα μαζί με τον οδηγό του λεωφορείου του συγκροτήματος και την κομμώτρια τους. Η περιοδεία για την προώθηση του «Diary of a Madman», η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη, ακυρώθηκε.
Αρχικός αντικαταστάτης του Ρόουντς για ένα μικρό χρονικό διάστημα ήταν ο πρώην κιθαρίστας των Gillan, Μπέρνι Τορμ, για να αντικατασταθεί τελικά από τον Μπραντ Γκίλις. Το 1982, κυκλοφόρησε το ζωντανά ηχογραφημένο «Speak of the Devil», ενώ το 1983 εντάχθηκε στο συγκρότημα ο κιθαρίστας Τζέικ Λι. Με τη συμμετοχή του πρώην κιμποpντίστα των Rainbow, Ντον Έρεϊ, ηχογράφησαν το τριπλά πλατινένιο «Bark at the Moon» και περιόδευσαν σε Ευρώπη και Αμερική.
Το 1986, κυκλοφόρησε ο τέταρτος στούντιο δίσκος του, «The Ultimate Sin», ο οποίος ανέβηκε στο Top-10 σε Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες. Στο δίσκο συμμετείχαν ο μπασίστας Φιλ Σούσαν και ο ντράμερ Ράντι Καστίγιο ενώ το άλμπουμ έγινε πλατινένιο τρεις μήνες μετά την αρχική του κυκλοφορία. Την επόμενη χρονιά ο Λι αποχώρησε από το συγκρότημα για να έρθει στη θέση του ο Ζακ Γουάιλντ, ενώ κυκλοφόρησε ο ζωντανά ηχογραφημένος το 1981, δίσκος «Tribute», αφιερωμένος στη μνήμη του Ράντι Ρόουντς. Με τη νέα σύνθεση κυκλοφόρησε ο δίσκος «No Rest for the Wicked», ενώ το 1989 ο Όζμποpν ηχογράφησε το τραγούδι «Close My Eyes Forever» σε συνεργασία με τη Λίτα Φορντ, ανεβαίνοντας στο # 8 του Billboard Hot-100. Για την περιοδεία του «No Rest for the Wicked», εντάχθηκε στο συγκρότημα ο πρώην συνάδελφος του Όζμποpν στους Black Sabbath, Γκίζερ Μπάτλερ.
Το 1990, κυκλοφόρησαν το ζωντανά ηχογραφημένο ΕΡ «Just Say Ozzy» και την επόμενη χρονιά το τετραπλά πλατινένιο «No More Tears» με τον Μπομπ Ντέισλι να επιστρέφει στο συγκρότημα. Ακολούθησε το ζωντανό «Live & Loud» το καλοκαίρι του 1993, του οποίου η εκτέλεση στο «I Don’t Wat to Change the World» έδωσε στο Όζμποpν το μοναδικό του βραβείο Grammy, την επόμενη χρονιά.
Το «Ozzmosis» του 1995, ανέβηκε στο #4 στις Ηνωμένες Πολιτείες ωθούμενο από τα σινγκλ «I Just Want You» και «Perry Mason». Για το συγκεκριμένο δίσκο επέστρεψε στο συγκρότημα ο Μπάτλερ ενώ εντάχθηκε ο ντράμερ Ντιν Καστρονόβο.
Στις 25 Οκτωβρίου 1996, έλαβε μέρος στο Ντέβορ της Καλιφόρνια το ετήσιο φεστιβάλ του Όζι, «Ozzfest», στο οποίο συμμετείχαν και οι επανενωμένοι Black Sabbath, το 1997. Στις 20 Οκτωβρίου 1998, κυκλοφόρησαν το διπλό, ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ “Reunion”, πριν ο Όζμποpν ηχογραφήσει τον πρώτο του προσωπικό δίσκο μετά την αλλαγή της χιλιετίας, το 2001, με τον τίτλο «Down to Earth». Τον Ιούνιο του 2002, εμφανίστηκε στο Παλάτι του Μπάκιγχαμ στη γιορτή της Βασίλισσας Ελισάβετ, παίζοντας το «Paranoid» των Black Sabbath. Την επόμενη χρονιά, έγινε μέλος του σχήματος του ο πρώην μπασίστας των Metallica, Τζέισον Νιούστεντ και κυκλοφόρησε τη διασκευή του στο τραγούδι “Changes” των Black Sabbath μαζί με την κόρη του Κέλι, το οποίο ανέβηκε στην κορυφή των βρετανικών τσαρτ.
Το 2005, κυκλοφόρησε το δίσκο «Under Cover» με διασκευές στους Beatles, τους Rolling Stones, τους Cream, κ.α.. Ακολούθησε το πρώτο του στούντιο άλμπουμ μετά από έξι χρόνια με τίτλο “Black Rain”, το Μάιο του 2007. Τον Αύγουστο του 2009, εντάχθηκε στο συγκρότημα ο Έλληνας κιθαρίστας Κώστας Καραμητρούδης, γνωστός με το ψευδώνυμο Gus G. Η νέα σύνθεση, κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Scream”, τον Ιούνιο του 2010.
Στις 11 Νοεμβρίου 2011, ανακοινώθηκε η επανένωση της «κλασικής» σύνθεσης των Black Sabbath, αλλά λίγο αργότερα ο Μπιλ Γουόρντ αποχώρησε. Για τις ηχογραφήσεις του πρώτου τους άλμπουμ μετά από δεκαοκτώ χρόνια, στο συγκρότημα εντάχθηκε ο πρώην ντράμερ των Rage Against the Machine, Μπραντ Γουίλκ. Στις 11 Ιουνίου 2013, κυκλοφόρησε το άλμπουμ «13», ανεβάζοντας το συγκρότημα στο #1 των βρετανικών τσαρτ για πρώτη φορά μετά το 1970.
Τον Ιούλιο του 1982, ο Όζμποpν παντρεύτηκε τη σύζυγο και μάνατζερ του Σάρον, με την οποία έχει κάνει τρία παιδιά, την Έιμι στις 2 Σεπτεμβρίου 1983, την Κέλι στις 27 Οκτωβρίου 1984 και τον Τζακ στις 8 Νοεμβρίου 1985.
Δείτε και αυτά