
Η είδηση που έσκασε πριν από δύο μόλις εικοσιτετράωρα, στις 14 Φεβρουαρίου 2026, από το γραφείο της Γενικής Εισαγγελέως των ΗΠΑ, Παμ Μπόντι, αποτελεί ίσως τον μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτικό σεισμό των τελευταίων ετών. Η δημοσιοποίηση μιας λίστας με 305 προβεβλημένα πρόσωπα, των οποίων τα ονόματα εμπλέκονται στα αρχεία του Τζέφρι Έπσταϊν, δεν είναι απλώς μια δικαστική εξέλιξη, αλλά η εκπλήρωση μ…
Η είδηση που έσκασε πριν από δύο μόλις εικοσιτετράωρα, στις 14 Φεβρουαρίου 2026, από το γραφείο της Γενικής Εισαγγελέως των ΗΠΑ, Παμ Μπόντι, αποτελεί ίσως τον μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτικό σεισμό των τελευταίων ετών. Η δημοσιοποίηση μιας λίστας με 305 προβεβλημένα πρόσωπα, των οποίων τα ονόματα εμπλέκονται στα αρχεία του Τζέφρι Έπσταϊν, δεν είναι απλώς μια δικαστική εξέλιξη, αλλά η εκπλήρωση μιας υπόσχεσης για απόλυτη διαφάνεια που εκκρεμούσε για δεκαετίες. Από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπιλ Γκέιτς μέχρι την Κιμ Καρντάσιαν και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, η λίστα αυτή διατρέχει όλο το φάσμα της παγκόσμιας ελίτ, προκαλώντας παγκόσμιο σοκ και ερωτηματικά που ζητούν πιεστικά απαντήσεις.
Μια διαδρομή από τη λάμψη στο σκοτάδι των αρχείων
Το εύρος των ονομάτων που περιλαμβάνονται στην επιστολή προς το Κογκρέσο είναι πραγματικά δυσθεώρητο, καθώς συναντάμε προσωπικότητες από την πολιτική, την τέχνη και τις βασιλικές οικογένειες. Ανάμεσα στα πρόσωπα που κατονομάζονται είναι η Μπάρμπρα Στρέιζαντ, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, η Μπιγιονσέ, η Μέγκαν Μαρκλ, ακόμα και ιστορικές φιγούρες που δεν βρίσκονται στη ζωή, όπως η Πριγκίπισσα Νταϊάνα και η Μάργκαρετ Θάτσερ. Η Γενική Εισαγγελέας έσπευσε να διευκρινίσει με έμφαση ότι η αναφορά ενός ονόματος στα αρχεία δεν συνεπάγεται αυτόματα ενοχή ή συμμετοχή σε παράνομες πράξεις. Τα ονόματα εμφανίζονται σε ένα ευρύ φάσμα συμφραζομένων –από απλές αναφορές σε αλληλογραφία μέχρι παρουσία σε κοινωνικές εκδηλώσεις– όμως η απόφαση να μην υπάρξουν περικοπές για λόγους «πολιτικής ευαισθησίας» ή «φήμης» δείχνει μια πρωτοφανή αποφασιστικότητα της αμερικανικής δικαιοσύνης.
Η σταδιακή αποδέσμευση αυτού του τεράστιου όγκου δεδομένων έγινε εφικτή χάρη στον «Νόμο περί Διαφάνειας των Αρχείων Έπσταϊν», τον οποίο υπέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ τον Νοέμβριο του 2025. Ο νόμος αυτός λειτούργησε ως το κλειδί που άνοιξε το «κουτί της Πανδώρας», επιβάλλοντας τη δημοσιοποίηση κάθε μη διαβαθμισμένου εγγράφου που σχετίζεται με τον Έπσταϊν και τη Γκισλέιν Μάξγουελ. Οι αρχές εξέτασαν περισσότερα από έξι εκατομμύρια έγγραφα και δεκάδες χιλιάδες οπτικοακουστικό υλικό, καταλήγοντας στη δημοσιοποίηση τριών εκατομμυρίων αρχείων στα τέλη Ιανουαρίου. Η Παμ Μπόντι και ο αναπληρωτής της, Τοντ Μπλανς, κατέστησαν σαφές ότι η διαδικασία αυτή δεν είχε σκοπό να προστατεύσει κανέναν, όσο ψηλά κι αν βρισκόταν στην ιεραρχία της εξουσίας, με μοναδική εξαίρεση την προστασία της ταυτότητας των θυμάτων, τα οποία πλέον υπολογίζονται από το FBI σε περισσότερα από χίλια.
Πέρα από τη λίστα των ονομάτων, το περιεχόμενο των αρχείων που είδαν το φως της δημοσιότητας είναι ανατριχιαστικό και αποκαλύπτει τον συστηματικό τρόπο με τον οποίο ο Έπσταϊν εκμεταλλευόταν νεαρές γυναίκες. Τα έγγραφα περιλαμβάνουν αποδείξεις για την πίεση που ασκούσε ο Έπσταϊν σε κοπέλες για την αποστολή ρητού υλικού, καθώς και βίντεο που καταγράφουν σκηνές βίας και βασανισμού.
Διαβάστε επίσης
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν τα email του 2009, όπου ο Έπσταϊν αναφέρεται με κυνισμό σε «βίντεο βασανισμού», αλλά και η αλληλογραφία του 2014, στην οποία άγνωστος αποστολέας ευχαριστεί για μια «διασκεδαστική βραδιά» σχολιάζοντας τη συμπεριφορά ενός «μικρού κοριτσιού». Αυτά τα στοιχεία συνθέτουν το πορτρέτο ενός εγκληματικού δικτύου που δρούσε επί δεκαετίες κάτω από τη μύτη των αρχών, εκμεταλλευόμενο την οικονομική και πολιτική ισχύ των εμπλεκομένων.
Δείτε και αυτά


