Από τα παλάτια στα ατελιέ: Οι πριγκίπισσες της Ανατολής που έγιναν σπουδαίες καλλιτέχνιδες

August 20, 2026


Με το νου στις ηρωίδες ιστορικών περσικών και αραβικών παραμυθιών και με το βλέμμα στραμμένο στο νέο αιώνα, οι σύγχρονες πριγκίπισσες του Αραβικού κόσμου, εκτός από το να γίνουν καλές σύζυγοι και μητέρες, πρωτοστάτησαν στις Τέχνες, ζωγραφική, γλυπτική, φωτογραφία, ακολουθώντας στο χαρακτήρα την Ρουντάμπα, που στο παραμύθι ήταν πριγκίπισσα της Καμπούλ, της Φαριζάντα του παραμυθιού «Χίλιες και μια ν…

Με το νου στις ηρωίδες ιστορικών περσικών και αραβικών παραμυθιών και με το βλέμμα στραμμένο στο νέο αιώνα, οι σύγχρονες πριγκίπισσες του Αραβικού κόσμου, εκτός από το να γίνουν καλές σύζυγοι και μητέρες, πρωτοστάτησαν στις Τέχνες, ζωγραφική, γλυπτική, φωτογραφία, ακολουθώντας στο χαρακτήρα την Ρουντάμπα, που στο παραμύθι ήταν πριγκίπισσα της Καμπούλ, της Φαριζάντα του παραμυθιού «Χίλιες και μια νύχτες» αλλά και όλων των υπόλοιπων υπαρκτών ηρωίδων και εμβληματικών πριγκιπισσών και βασιλισσών του «Σαχναμέ», του «Βιβλίου των Βασιλέων» του Φερντουσί αλλά και των αραβικών λαϊκών αφηγήσεων.

Οι σύγχρονες πριγκίπισσες που υπηρέτησαν και υπηρετούν μέχρι και σήμερα τις τέχνες βρήκαν τον τρόπο και εξισορρόπησαν, η καθεμία διαφορετικά, την οικογενειακή τους ζωή, σε συνδυασμό και με την γενικότερη ζωή στην Ανατολή, καινοτόμησαν και επέβαλλαν με έναν πολύ ωραίο τρόπο την τέχνη σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Άλλωστε και αυτές είναι γυναίκες, που ως γνωστών, και από αρχαιοτάτων χρόνων μπορούν όταν το θελήσουν να κινήσουν Γη και Ουρανό.

Η βασίλισσα Φαριντά της Αιγύπτου που πωλούσε πίνακες για να ζήσει

Η βασίλισσα Φαριντά, γεννήθηκε στους κόλπους της αριστοκρατίας της Αιγύπτου, και παντρεύτηκε τον Βασιλιά Φαρούκ το 1938. Ο γάμος τους έληξε με διαζύγιο το 1948. Μετά την κατάργηση της μοναρχίας το 1953, η Φαριντά έζησε στην εξορία έως το 1974, αρχικά στον Λίβανο και στη συνέχεια στην Ευρώπη, και αφοσιώθηκε στη ζωγραφική.

Αν και το ύφος της τέχνης της αντλούσε αρχικά έμπνευση από τον ιμπρεσιονισμό και τα τοπία της Αιγύπτου, εξελίχθηκε ενσωματώνοντας στοιχεία του σουφισμού καθώς και τεχνικές όπως η χρήση λιωμένου μετάλλου αλλά και διαχείριση του φωτός.

Η βασίλισσα Φαριντά που γεννήθηκε ως Σαφινάζ Ζουλφικάρ, στη συνοικία Γιανακλίς της Αλεξάνδρειας, ήταν μέλος της αιγυπτιακής ανώτερης τάξης. Ο πατέρας της, Γιουσούφ Ζουλφικάρ, ήταν δικαστής και διπλωμάτης κιρκασιανής καταγωγής, με μεγάλο πάθος για το πιάνο. Η μητέρα της, Ζαϊνάμπ Σαΐντ, ήταν φίλη της Βασίλισσας Νάζλι Σαμπρί και κυρία επί των τιμών της βασιλικής αυλής.

Η Σαφινάζ έλαβε μόρφωση δυτικού τύπου, φοιτώντας στο «Collège Notre Dame de Sion» στην Αλεξάνδρεια. Το 1937, συνόδευσε τη μητέρα της και τη βασιλική οικογένεια της Αιγύπτου σε περιοδεία στην Ευρώπη. Εκείνη την περίοδο γνώρισε τον νεαρό βασιλιά Φαρούκ. Ο γάμος τους τελέστηκε στις 20 Ιανουαρίου 1938 με μεγάλη λαμπρότητα. Στη συνέχεια, υιοθέτησε το όνομα Φαριντά, σεβόμενη την επιθυμία του εκλιπόντος πεθερού της, βασιλιά Φουάντ, οι απόγονοί του να φέρουν όνομα που άρχιζε από το γράμμα «F».

Η Φαριντά ενδιαφερόταν και για την πολιτική. Αν και ο σύζυγός της, τής είχε υποσχεθεί αρχικά ότι θα συμμετείχε ενεργά βοηθώντας τον στα καθήκοντά του, στην πράξη δεν συνέβη αυτό: «Οι πολιτικοί, άνδρες πολύ μεγαλύτεροι σε ηλικία που τον περιέβαλλαν, του έλεγαν ότι μια γυναίκα στην Ανατολή δεν πρέπει να αναμιγνύεται στην πολιτική», θυμόταν η ίδια σε συνέντευξη που παραχώρησε στον Γάλλο δημοσιογράφο Ζαν Λακουτύρ το 1977.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η εικαστικός έγινε μάρτυρας της σύγκρουσης ισχύος μεταξύ του Φαρούκ και της αποικιακής δύναμης, η οποία κορυφώθηκε με το επεισόδιο στο Παλάτι Αμπντίν το 1942, όταν βρετανικά στρατεύματα και άρματα μάχης περικύκλωσαν τη βασιλική κατοικία και ανάγκασαν τον βασιλιά να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας με το κόμμα Ουάφντ.

Ενώ το κύρος και η ισχύς του συζύγου της φθίνουνταν, η βασίλισσα Φαριντά άρχισε να δραστηριοποιείται σε φιλανθρωπικά έργα, προεδρεύοντας μεταξύ άλλων στην Επιτροπή Γυναικών της Αιγυπτιακής Ερυθράς Ημισελήνου για τη στήριξη των θυμάτων του πολέμου και θέτοντας υπό την αιγίδα της φεμινιστικές και γυναικείες οργανώσεις.

Το διαζύγιο της Φαριντά και του Φαρούκ ανακοινώθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1948.

Δεδομένου ότι το ζευγάρι είχε αποκτήσει τρεις κόρες, η απουσία άρρενος διαδόχου αναφερόταν συχνά ως η αιτία της απόφασης. Ωστόσο, η βασίλισσα δήλωσε ότι επιθυμούσε να τερματίσει τον γάμο τους παρά την αγάπη της για τον σύζυγό της, καθώς δεν μπορούσε πλέον να ανεχτεί τις υπερβολές και την έκλυτη ζωή στην οποία εκείνος επιδιδόταν από τις αρχές της δεκαετίας του 1940.

Το διαζύγιο, το οποίο δεν έτυχε θετικής αποδοχής από τον λαό, αποδυνάμωσε περαιτέρω τη μοναρχία, η οποία τελικά καταργήθηκε το 1953, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα την αρχή μιας νέας ζωής για τη Φαριντά.

Η ζωγραφική, που αρχικά αποτελούσε για εκείνη ένα χόμπι, εξελίχθηκε σταδιακά στην κύρια δραστηριότητα. Με αυτόν τον τρόπο, η πρώην βασίλισσα προσπαθούσε να αναπληρώσει την απουσία των θυγατέρων της, τις οποίες ο Φαρούκ είχε πάρει μαζί του στην εξορία στην Ιταλία μετά την Επανάσταση του 1952.

Ουσιαστικά αυτοδίδακτη στην τέχνη της ζωγραφικής δεν την άφησε ποτέ. Ο θείος της, Μαχμούντ Σαΐντ, της παραχώρησε ένα εργαστήριο στο παλάτι του στην Αλεξάνδρεια, ενώ η ίδια ζωγράφιζε επίσης στο σπίτι της κοντά στις πυραμίδες της Γκίζας, με θέα την ύπαιθρο. Στα πρώτα της βήματα, απεικόνιζε σκηνές από τη ζωή των Αιγυπτίων αγροτών και τοπία του Νείλου, ακολουθώντας την παραδοσιακή τοπική εικονογραφία και αντλώντας στοιχεία από το ύφος των Ιμπρεσιονιστών που θαύμαζε.

Το 1963, εγκατέλειψε την Αίγυπτο με προορισμό τη Βηρυτό. Εκεί, παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στο εργαστήριο του Λιβανέζου-Αρμένιου ζωγράφου Ζαν Γκουβντέρ. Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, η Φαρίντα φιλοτεχνούσε και πωλούσε πορτρέτα σε μέλη της αστικής τάξης. Τέσσερα χρόνια αργότερα, μετακόμισε στην Ελβετία για να βρίσκεται κοντά στις κόρες της, οι οποίες ζούσαν εκεί την εποχή εκείνη.

Από εκεί, η Φαρίντα ταξίδευε συχνά στο Παρίσι, όπου έτυχε της υποστήριξης του γκαλερίστα Ρεϊμόν Νασεντά. Πραγματοποίησε την πρώτη της ατομική έκθεση στη γαλλική πρωτεύουσα, στην γκαλερί Hervé Odermatt, το 1968. Η τεχνική της, η οποία συνδυάζει το χρώμα με λιωμένο μέταλλο που επεξεργάζεται με φλόγιστρο, διαμορφώνει πυκνές συνθέσεις, μέσα από τις οποίες πρόσωπα και επιμήκεις σιλουέτες αναδύονται από ένα «μάγμα» ύλης.

Στο Παρίσι το 1970 επιθυμώντας να εμβαθύνει τις γνώσεις της στην τέχνη του παρελθόντος, σπούδασε ιστορία της τέχνης στην École du Louvre, όπου ήρθε σε επαφή με ρωσικές και βυζαντινές εικόνες. Παράλληλα, σπούδασε λιθογραφία στο εργαστήριο του Fernand Mourlot και χαρακτική στα Ateliers Rigal στο Fontenay-aux-Roses.

Προς τα μέσα της δεκαετίας του 1970, ανέπτυξε ένα παραστατικό στυλ στο οποίο αινιγματικά πορτρέτα μορφών με τουρμπάνι συνυπάρχουν με μινιμαλιστικά τοπία. Αν και η ίδια δεν εντασσόταν σε κάποια συγκεκριμένη σχολή, το εικαστικό της λεξιλόγιο προσεγγίζει εκείνο του κινήματος «Hurufiyya», καθώς στα έργα της τα πανιά πλοίων, οι κορμοί δέντρων και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία σχηματίζουν τα αραβικά γράμματα των λέξεων «Allah» (Θεός) ή «galala» (μεγαλειότητα).

Στον κατάλογο μιας έκθεσής της στο Παρίσι το 1978, ανέφερε ότι τα θεϊκά θέματα και οι πνευματικές αναφορές στους πίνακές της συνέθεταν τους προβληματισμούς της σχετικά με την πράξη της ζωγραφικής και τη συνείδησή της για τις αναταράξεις που συγκλόνιζαν τον κόσμο.

Το 1980, πραγματοποιήθηκε μια επιτυχημένη ατομική έκθεση έργων της Φαριντά στο ξενοδοχείο «Le Méridien» στο Κάιρο. Ωστόσο, η αναγνώρισή της ως καλλιτέχνιδας παρέμεινε περιορισμένη, τόσο στη χώρα της όσο και διεθνώς. Ο διακριτικός της χαρακτήρας πιθανότατα συνέβαλε επίσης στο να μείνει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, καθώς ζούσε σε εθελούσια απομόνωση με μια πενιχρή σύνταξη, περνώντας τις τελευταίες μέρες της ζωής της σε ένα μικρό διαμέρισμα στην περιοχή Maadi.

Πολλά από τα έργα της Φαριντά έχουν διασκορπιστεί και χαθεί λόγω των μετακινήσεων που χαρακτήριζαν τη ζωή της. Αν και η πολιτική της διαδρομή είναι ευρύτερα γνωστή, η καλλιτεχνική της πορεία δεν έχει ακόμη μελετηθεί επαρκώς ώστε να αναδειχθεί η ποικιλομορφία της καλλιτεχνικής της έρευνας, η οποία υπερβαίνει τις ερασιτεχνικές πρακτικές με τις οποίες ενίοτε —και εσφαλμένα— συνδέεται το όνομά της.

Η πριγκίπισσα Hayfa bint Abdullah της Σαουδικής Αραβίας που εντρύφησε στην ζωγραφική με διαδικτυακά μαθήματα

«Η ζωή μου είναι περίπλοκη. Είμαι μητέρα τριών παιδιών και η μόνη μου επιλογή για σπουδές ήταν να παραμείνω στη Σαουδική Αραβία και να εκπαιδευτώ εκεί. Έτσι, το 2000 παρακολούθησα μαθήματα με τη καλλιτέχνιδα Mona Al-Kasabi, η οποία ήταν και το άτομο που μου κίνησε το ενδιαφέρον.

Ενθουσιάστηκα, αλλά η επόμενη πρόκληση ήταν να βρω έναν δάσκαλο που θα μπορούσε να συνεργάζεται μαζί μου σε καθημερινή βάση» ανέφερε στην συνέντευξη που είχε δώσει η πριγκίπισσα και εικαστικός Hayfa Abdullah πριν τα εγκαίνια της ατομικής της έκθεσης στην γκαλερί «Stellan Holm» της Νέας Υόρκης, παρουσιάζοντας τους νέους της πίνακες που κινούνται μεταξύ παραστατικής και σουρεαλιστικής τέχνης.

Η νεαρή πριγκίπισσα και καλλιτέχνιδα, η οποία ζει και εργάζεται στην Τζέντα, προσδίδει μια σύγχρονη χροιά στην αραβική παράδοση και κουλτούρα, ενώ είχε διαθέσει τότε όλα τα καθαρά έσοδα της έκθεσης στο «Child Mind Institute», έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που στηρίζει παιδιά με προβλήματα ψυχικής υγείας.

Η καλλιτέχνιδα λίγο αργότερα μιλώντας στο περιοδικό «Whitewall» για τις καλλιτεχνικές της εμπνεύσεις και φιλοδοξίες ανάφερε μεταξύ άλλων «Η ζωγραφική μου πηγάζει από τη φαντασία και όχι από τον ρεαλισμό ή την παρατήρηση. Για την πιο πρόσφατη σειρά έργων μου, αναρωτήθηκα: «Ποια αντικείμενα θα μπορούσα να ενσωματώσω σε ανθρώπινες μορφές με τρόπο απρόσμενο και συναρπαστικό;»

Έτσι, άρχισα να οραματίζομαι εφήμερα υλικά, όπως παγάκια, άρωμα, καπνό ή φωτιά και φως, να μεταμορφώνονται σε ανθρώπινα πορτρέτα. Προφανώς, ως γυναίκα που μεγάλωσε μέσα στην αραβική κουλτούρα, είναι αναπόφευκτο να εντάσσω στα έργα μου αντικείμενα, σύμβολα και στοιχεία της ζωής μου, ακριβώς όπως ένας Αμερικανός καλλιτέχνης θα συμπεριλάμβανε αναπόφευκτα δυτικά σύμβολα και αντικείμενα.

Ωστόσο, δεν υπαγορεύω ποτέ στον θεατή τι θέλω να βιώσει μέσα από το έργο μου. Πιστεύω ότι η αληθινή τέχνη οφείλει να προκαλεί στον θεατή το δικό του, προσωπικό συναίσθημα, το οποίο συχνά ενδέχεται να διαφέρει σημαντικά από τη δική μου πρόθεση. Η αληθινή τέχνη δεν είναι γραμμική ούτε προβλέψιμη».

Η πριγκίπισσα Hayfa, γεννήθηκε το 1981 και ζει στην Τζέντα, ενώ αποφοίτησε από το «Art Academy University» του Σαν Φρανσίσκο, όπου πραγματοποιεί και μεταπτυχιακές σπουδές Καλών Τεχνών (MFA). Το 2006, ο σύζυγός της βρήκε μια Αυστραλή καλλιτέχνιδα, τη Naomi Greschke, και τη μίσθωσε για να έρθει στη Σαουδική Αραβία για να την διδάξει για έναν χρόνο. Μετά από εκείνη, την εκπαίδευσή ανέλαβε μια άλλη καλλιτέχνιδα να την μυήσει όλο και περισσότερο στον κόσμο της ζωγραφικής, η Λιβανέζα, Malak Tabsh.

Ωστόσο, η πριγκίπισσα σύντομα συνειδητοποίησε ότι, αν ήθελε πραγματικά να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της, έπρεπε να βρει μια σχολή όπου πολλοί καθηγητές θα μπορούσαν να αναδείξουν το καλύτερο στοιχείο του ταλέντου της. Με τη βοήθεια μιας καθηγήτριας τέχνης, της Melinda Placko, η Πριγκίπισσα Hayfa κατάφερε να εντοπίσει την «Art Academy» στο Σαν Φρανσίσκο, η οποία πρόσφερε διαδικτυακό προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών.

Η Σεϊχά Λατίφα Μποντ Μακτούμ, των Εμιράτων που την κέρδισε η φωτογραφία

Η Σεϊχά Λατίφα μπιντ Μακτούμ μπιν Ρασίντ Αλ Μακτούμ είναι διακεκριμένη εικαστικός, φωτογράφος και προστάτιδα των τεχνών στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η οποία ίδρυσε το «Tashkeel», ένα σημαντικό κέντρο σύγχρονης τέχνης και σχεδιασμού στο Ντουμπάι.

Το προσωπικό της καλλιτεχνικό έργο περιλαμβάνει ψηφιακό μοντάζ, εγκαταστάσεις και φωτογραφία, εστιάζοντας στην ταυτότητα, την πολιτιστική κληρονομιά και τις ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές στα Εμιράτα.

Η Λατίφα Μποντ Μακτούμ, χρησιμοποιεί την ψηφιακή απεικόνιση, τη φωτογραφία με επάλληλα επίπεδα (layered photography) καθώς και μεικτές τεχνικές για να αντιπαραβάλει τη σύγχρονη αστικοποίηση με τα παραδοσιακά τοπία της Ανατολής.

‘Εχει παρουσιάζει το έργο της διεθνώς από το 2004, έχοντας μεταξύ άλλων εκπροσωπήσει τα ΗΑΕ στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2011. Ενώ στα σημαντικότερα έργα της περιλαμβάνονται εννοιολογικά φωτογραφικά έργα, όπως τα «Sustained Identity» και «Oral Tradition», τα οποία εξετάζουν τη μνήμη, την καταγωγή και τη γονεϊκότητα.

Η Sayyida Meyyan Al Said του Ομάν με εξειδίκευση στην φωτογραφία και την ψηφιακή τέχνη

Η Meyyan bint Shihab Al Said είναι καλλιτέχνιδα από το Ομάν και μέλος της βασιλικής οικογένειας. Υπήρξε σύζυγος του Sayyid Theyazin bin Haitham Al Said, Διαδόχου του Θρόνου του Ομάν. Τον Ιανουάριο του 2021, η Meyyan αρραβωνιάστηκε τον Sayyid Theyazin bin Haitham Al Said, Διάδοχο του Θρόνου του Ομάν.

Το ζευγάρι είναι πρώτα ξαδέλφια και από τις δύο πλευρές (διπλά ξαδέλφια), καθώς οι πατέρες τους είναι αδέλφια και οι μητέρες τους είναι αδελφές. To ζευγάρι παντρεύτηκε στις 11 Νοεμβρίου 2021 στην αίθουσα Mazay του Παλατιού Al Alam με τον γάμο τους να λήγει στις αρχές του 2022.

Η Meyyan είναι καλλιτέχνιδα με εξειδίκευση στη φωτογραφία και την ψηφιακή τέχνη.

Απέκτησε πτυχίο στον σχεδιασμό εσωτερικών χώρων από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου «Virginia Commonwealth» στο Κατάρ και μεταπτυχιακό τίτλο στη στρατηγική σχεδιασμού και την καινοτομία από το Πανεπιστήμιο Brunel του Λονδίνου.

Η πρώτη της ατομική έκθεση, με τίτλο «Fragments of Imagination» (Θραύσματα της Φαντασίας), πραγματοποιήθηκε το 2021, με την εικαστικό να πουλά το σύνολο των έργων της και να δωρίζει όλα τα έσοδα στον Σύλλογο «Al Rahma» για τη μητρότητα και την παιδική ηλικία.Η επόμενη έκθεση της είχε τίτλο «Reflections» (Αντανακλάσεις) και φιλοξενήθηκε στο Μουσείο Τέχνης Khaleeji στο Λονδίνο.

Ιδιαίτερα ενεργητική δεν σκέφτηκε ποτέ να εγκαταλείψει την τέχνη της ή να κάνει ένα διάλειμμα, παρουσιάζοντας ολοένα νέες δουλειές ενώ ταυτόχρονα είναι και μέλος της Φωτογραφικής Εταιρείας του Ομάν κερδίζοντας το βραβείο Καλύτερης Φωτογραφίας στην έκθεση της εταιρείας το 2016. Επίσης, κέρδισε το βραβείο «Γυναίκες της Χρονιάς» της Apex Media στην κατηγορία των τεχνών το 2021.

Οι δραστηριότητες και οι πρωτοβουλίες της υπό την αιγίδα της εστιάζουν συνήθως στις τέχνες, συμπεριλαμβανομένων των εγκαινίων των «Makan Studios», της εκδήλωσης για το Μουσείο «Oman Across Ages» και των εγκαινίων της έκθεσης «IDF Oman». Είναι επίσης πρόεδρος της Ένωσης Σχεδιασμού του Ομάν (Oman Design Association), η οποία εργάζεται για την ανάδειξη της ομανικής κληρονομιάς και κουλτούρας σε σύγχρονες εφαρμογές σχεδιασμού με στόχο την ενίσχυση του κλάδου του σχεδιασμού στο Ομάν, μέσω της δημιουργίας ενός δικτύου εκπαιδευτικών, κυβερνητικών και εμπορικών φορέων.

Η κοσμογυρισμένη πριγκίπισσα Fahrelnissa Zeid της Ιορδανίας

Η πριγκίπισσα Fahrelnissa Zeid που «έφυγε» από την ζωή το 1991 ήταν μια πρωτοπόρος Τουρκο-Ιορδανή καλλιτέχνιδα της μοντέρνας τέχνης, γνωστή για τους μνημειώδεις, καλειδοσκοπικούς αφηρημένους πίνακές της και τα γεμάτα ζωντάνια πορτρέτα της.

Παντρεύτηκε τον Ιρακινό διπλωμάτη Πρίγκιπα Zeid bin Hussein το 1933 και συνδύασε ισλαμικές, βυζαντινές και δυτικές παραδόσεις της πρωτοπορίας (avant-garde) κατά τη διάρκεια μιας δυναμικής, διεθνούς σταδιοδρομίας.

Γεννήθηκε ως Fahrünissa Şakir σε μια διακεκριμένη, καλλιτεχνική οθωμανική οικογένεια στην Κωνσταντινούπολη. Ενώ υπήρξε από τις πρώτες γυναίκες που φοίτησαν στην Ακαδημία Καλών Τεχνών για Γυναίκες στην Κωνσταντινούπολη το 1919 ενώ αργότερα σπούδασε στην «Académie Ranson» στο Παρίσι.

Αφοσιωμένη στο καλλιτεχνική της έργο έζησε στην Κωνσταντινούπολη, το Βερολίνο, τη Βαγδάτη, το Λονδίνο και το Παρίσι, κινούμενη σε καλλιτεχνικούς και διπλωματικούς κύκλους της ελίτ, ενώ μετακόμισε στο Αμμάν της Ιορδανίας τη δεκαετία του 1970, μετά από πολιτικές αναταράξεις, όπου ίδρυσε μια άτυπη σχολή τέχνης για να καθοδηγήσει γυναίκες της περιοχής.

Η πριγκίπισσα υπήρξε διάσημη για τους εκρηκτικούς, μεγάλης κλίμακας αφηρημένους πίνακες, όπως το «My Hell» του 1951 και το «Towards a Sky», έργο της του 1953.

Καθόλη την διάρκεια της ζωής της πειραματίστηκε με διάφορα μέσα, συμπεριλαμβανομένης της ελαιογραφίας, της γλυπτικής και των κολάζ από οστά και ρητίνη, σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής της.

Αναγνωρίστηκε παγκοσμίως μέσα από σημαντικές αναδρομικές εκθέσεις, όπως η εμβληματική έκθεση στην Tate Modern του Λονδίνου, εδραιώνοντας τη θέση της ως σπουδαία δημιουργός του 20ού αιώνα.

Η πολιτικός και καλλιτέχνιδα Sheikha Hala Al Khalifa του Μπαχρέιν

Η Hala bint Mohammed Al Khalifa που διετέλεσε Γενική Διευθύντρια Πολιτισμού και Τεχνών της χώρας, σπούδασε Καλές Τέχνες στη Βοστώνη και το Λονδίνο και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Μπαχρέιν.

Γεννημένη το 1977, άρχισε να ασχολείται με την τέχνη σε ηλικία δέκα ετών. Η μητέρα της, που υπήρξε και μέντορας της, ενθάρρυνε το ταλέντο της προσλαμβάνοντας δάσκαλο τέχνης για εκείνη. Κατόπιν σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Tufts της Βοστώνης, από το οποίο αποφοίτησε το 1999, και απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από τη Σχολή Καλών Τεχνών Slade (Slade School of Fine Art) στο Λονδίνο το 2002. Ενώ στην συνέχεια δίδαξε τέχνη στο Πανεπιστήμιο του Μπαχρέιν.

Το 2008 ανέλαβε επικεφαλής του τμήματος εκπαίδευσης στο Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης στη Ντόχα. Το έργο της στη Ντόχα διαταράχθηκε λόγω της διπλωματικής κρίσης με το Κατάρ, ωστόσο το πρόγραμμα φιλοξενίας καλλιτεχνών «Fire Station Artist in Residence», το οποίο είχε ξεκινήσει το 2015, συνεχίστηκε. Έργα της έχουν αποκτηθεί από το Μουσείο Mathaf της Ντόχα, την Εθνική Πινακοθήκη Καλών Τεχνών της Ιορδανίας στο Αμμάν, το Εθνικό Μουσείο του Μπαχρέιν και το Συμβούλιο Τέχνης της Σαουδικής Αραβίας (Saudi Art Council).

Η καταξιωμένη σε ολόκληρο τον κόσμο πριγκίπισσα Wijdan της Ιορδανίας

Έχοντας στις αποσκευές της σπουδές πάνω στην ιστορία της Τέχνης, το πτυχίο της εκπαιδευτικού, αλλά και σπουδές στην Διπλωματία η πριγκίπισσα Wijdan Ali είναι μια Ιορδανή καλλιτέχνιδα, αναγνωρισμένη τόσο στην χώρα της όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.

Υπήρξε πρώην σύζυγος του πρίγκιπα Ali bin Naif της Ιορδανίας, ενώ έγινε ευρύτερα γνωστή για τις προσπάθειές της να αναβιώσει τις παραδόσεις της ισλαμικής τέχνης, για τους αφηρημένους πίνακές της, καθώς και για το έργο της ως ιστορικός τέχνης.

Γεννήθηκε ως Sharifa Wijdan bint Fawwaz στη Βαγδάτη, στις 29 Αυγούστου 1939, σε μια οικογένεια ευγενών και μεγάλωσε στην Ιορδανία. Ήταν κόρη του Sharif Fawwaz Muhana, αρχιτέκτονα στο επάγγελμα, και της συζύγου του, Sharifa Nafi’a bint Jamil Ali. Μάλιστα η καταγωγή και των δύο γονέων της ανάγεται στον Προφήτη Μωάμεθ, γεγονός που της έδωσε το δικαίωμα να φέρει τον τίτλο Sharifa.

Το 1962, εντάχθηκε στο τμήμα εξωτερικών υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών στην Ιορδανία, λίγο μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στην ιστορία της Μέσης Ανατολής στο «Beirut University College», το οποίο σήμερα ονομάζεται Lebanese American University (Λιβανέζικο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο). Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που εισήλθε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ιορδανίας το 1962 , καθώς και η πρώτη γυναίκα αντιπρόσωπος που εκπροσώπησε την Ιορδανία σε συνεδριάσεις των Ηνωμένων Εθνών, όπως και η πρώτη γυναίκα διπλωμάτης στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.

Παράλληλα με τη διπλωματική της σταδιοδρομία, ασχολούνταν ιδιωτικά με την τέχνη, λαμβάνοντας τα πρώτα της μαθήματα από τη Γαλλίδα δασκάλα Alice Ladoux. Το 1966, μετά τον γάμο της με τον Πρίγκιπα Ali bin Naif, δεύτερο γιο της κυβερνώσας Χασεμιτικής οικογένειας της Ιορδανίας, παραιτήθηκε από τη διπλωματική της θέση και άρχισε να ασχολείται σοβαρά με την τέχνη. Στη συνέχεια, ξεκίνησε συστηματικές σπουδές τέχνης με τους Ιορδανούς καλλιτέχνες Muhanna Al-Dura και Armando Bruno, ενώ το 1993 έλαβε διδακτορικό τίτλο (Ph.D.) στην ισλαμική τέχνη από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Το καλλιτεχνικό της έργο πραγματεύεται ειδικότερα δραματικά γεγονότα της αραβικής ιστορίας, όπως η σειρά έργων «Karbala» (Καρμπάλα), η οποία εξερευνά την τραγωδία που διαδραματίστηκε στην Καρμπάλα τον 7ο αιώνα, όταν ο Χουσεΐν, εγγονός του Προφήτη Μωάμεθ, μαρτύρησε.

Η ίδια χρησιμοποιεί επίσης το μοτίβο της ισλαμικής καλλιγραφίας ως εικαστική μορφή, πρακτική που αποτέλεσε αναβίωση μιας παραδοσιακής μορφής τέχνης. Παράλληλα το συγγραφικό της έργο εξετάζει την άνοδο και την πτώση της ισλαμικής αισθητικής στην ισλαμική τέχνη, καθώς και την αλλοίωση παραδόσεων αιώνων με την έλευση της αποικιοκρατίας στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Σήμερα θεωρείται ως μια διακεκριμένη ιστορικό της ισλαμικής τέχνης που έχει συγγράψει, επιμεληθεί ή συνεισφέρει σε πλήθος βιβλίων, μεταξύ των οποίων αρκετά είναι αφιερωμένα σε γυναίκες καλλιτέχνιδες του ισλαμικού κόσμου.

Πολλά από τα έργα της σήμερα, που σημειωτέων έχουν αποσπάσει βραβεία στο Βέλγιο και τη Γαλλία, φιλοξενούνται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές ανά τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των συλλογών του Βρετανικού Μουσείου, του Μουσείου Ashmolean, του Εθνικού Μουσείου Γυναικών στις Τέχνες (ΗΠΑ) και της Εθνικής Πινακοθήκης του Πακιστάν.

Είναι ιδρύτρια της Βασιλικής Εταιρείας Καλών Τεχνών και της Εθνικής Πινακοθήκης Καλών Τεχνών της Ιορδανίας. Είναι επίσης ιδρύτρια και κοσμήτορας της νεοσύστατης Σχολής Τεχνών και Σχεδίου του Πανεπιστημίου της Ιορδανίας. Παράλληλα, δραστηριοποιείται ως προστάτιδα των τεχνών και έχει επιμεληθεί πλήθος εκθέσεων ισλαμικής τέχνης.

Το διαβάσαμε εδώ

Δείτε και αυτά
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής), θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολόγιου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ιστολόγιο.