33χρονος γιατρός εντοπίστηκε νεκρός: 11 μυστηριώδεις εξαφανίσεις που έχουν συγκλονίσει την Ελλάδα.

May 22, 2026


Τραγικό τέλος είχαμε στο θρίλερ της εξαφάνισης του του 33χρονου γιατρού Αλέξη Τσικόπουλου, που για μήνες κρατούσε σε αγωνία την οικογένειά του αλλά και την κοινή γνώμη!  Κάπως έτσι η εξαφάνισή του έλαβε τέλος και με αφορμή αυτό σας παρουσιάζουμε στο Athensmagazine.gr άλλες 11υποθέσεις που δεν είχαν το ίδιο τέλος με τον Βασίλη Καλογήρου.Από τον μικρό Άλεξ, στον Μάριο Παπαγεωργίου. Δύο υποθέσει…

Τραγικό τέλος είχαμε στο θρίλερ της εξαφάνισης του του 33χρονου γιατρού Αλέξη Τσικόπουλου, που για μήνες κρατούσε σε αγωνία την οικογένειά του αλλά και την κοινή γνώμη!  Κάπως έτσι η εξαφάνισή του έλαβε τέλος και με αφορμή αυτό σας παρουσιάζουμε στο Athensmagazine.gr άλλες 11υποθέσεις που δεν είχαν το ίδιο τέλος με τον Βασίλη Καλογήρου.

Από τον μικρό Άλεξ, στον Μάριο Παπαγεωργίου. Δύο υποθέσεις που παρότι θεωρείται δεδομένο πως είναι νεκροί, τα πτώματα και τα οστά τους δεν έχουν βρεθεί ποτέ. Από ανεξιχνίαστες εξαφανίσεις τι να πρωτοθυμηθεί κανείς! Τον μικρό Μπεν;  Την κοπέλα από το Κορωπί;

11 ανεξιχνίαστες εξαφανίσεις που έχουν σοκάρει το Πανελλήνιο

  • Μάριος Παπαγεωργίου: Το χρονικό ενός εγκλήματος δίχως τέλος



Έχουν περάσει 11 χρόνια από τη στιγμή της εξαφάνισης του Μάριου Παπαγεωργίου. Ήταν στις 9 Αυγούστου του 2012 όταν ο 26χρονος έφυγε με το αυτοκίνητό του από το Διακοφτό Αχαΐας, όπου έκανε διακοπές με τη μητέρα του, με προορισμό το Αίγιο. Την επόμενη ημέρα, η μητέρα του δέχθηκε τηλεφώνημα από τους απαγωγείς του, οι οποίοι ζητούσαν 620.000 ευρώ ως λύτρα. Η μητέρα του, Βαρβάρα Θεοχαράκη, δεν μίλησε στις αρχές και στράφηκε στο οικογενειακό της περιβάλλον. Η εξαφάνιση δηλώθηκε στις 17 Αυγούστου.

Περίπου δύο μήνες μετά και αφού η μητέρα του είχε απευθυνθεί στο «Φως στο Τούνελ», η αστυνομία κατάφερε να ξετυλίξει το κουβάρι της υπόθεσης. Είχαν εντοπίσει μια κηλίδα αίματος στο όχημα του Μάριου Παπαγεωργίου και όπως είχε διαπιστωυεί άνηκε σε αυτόν. Ωστόσο, η σορός δεν είχε εντοπιστεί. Από τη στιγμή της δήλωσης της εξαφάνισης, οι απαγωγείς διαβεβαιώναν ότι ο 26χρονος ζούσε και όταν καταβάλλονταν τα λύτρα θα τον άφηναν. Η μητέρα του, τελικά, τους έδωσε 350.000 ευρώ.

Ο διάλογος της μητέρας με τους απαγωγείς:

  • Σας παρακαλώ θέλω να μιλήσω με το παιδί μου…
  • Αν δώσεις τα λεφτά, θα το έχεις το παιδί σου αύριο στην αγκαλιά σου. Σου μιλάω έντιμα. Εντάξει; αύριο το πρωί θα είναι σπίτι. Στις δέκα η ώρα το πολύ…
  • Ακούστε, κύριε, είμαι μάνα, θερμή παράκληση, σας παρακαλώ πολύ! Εγώ νομίζω ότι το έχετε σκοτώσει το παιδί μου…
  • Όχι, όχι. Σε διαβεβαιώ ότι δεν είναι σκοτωμένο το παιδί…
  • Τα λεφτά μου θα τα κάψω, δεν τα θέλω, τα καίω. Πού ξέρω εγώ αν δεν είστε δολοφόνοι και μου έχετε σκοτώσει το παιδί μου;
  • Όχι! Στο ορκιζόμαστε αυτό…

Την ώρα που η μητέρα του Μάριου Παπαγεωργίου, οι αστυνομικοί παρατήρησαν ότι τρία άτομα και ένα μαύρο βαν βρίσκονταν συνεχώς έξω από το σπίτι και ετοίμαζαν να απαγάγουν και την ίδια. Οι αρχές επενέβησαν και συνέλαβαν επτά από τους δράστες. Από τα αρχεία των τηλεφωνικών συνομιλιών του Μάριου Παπαγεωργίου αποκαλύπτουν ότι ο τελευταίος με τον οποίο είχε μιλήσει ήταν ένας 72χρονος οικογενειακός φίλος, Πέτρος Μιχαλεάκος. Ο ίδιος που μέρες νωρίτερα είχε προσπαθήσει να αποτρέψει την μητέρα του Βαρβάρα Θεοχαράκη να ενημερώσει την αστυνομία.

Ο Μιχαλεάκος συνελήφθη και καταδικάστηκε πρωτόδικα σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση και σε 23 χρόνια για σύσταση συμμορίας, διάπραξη κακουργήματος, αρπαγή κατά συναυτουργία και απόπειρα εκβίασης. Μαζί του συλλαμβάνεται και η σύζυγός του Βούλα Σιούταλου, στην οποία επεβλήθη ποινή 18 χρόνων για αρπαγή από κοινού, απλή συνέργεια σε απόπειρα εκβίασης και σύσταση συμμορίας για διάπραξη κακουργήματος. Για την υπόθεση του Μάριου έχουν καταδικαστεί άλλα τέσσερα άτομα, ενώ δύο αθωώθηκαν.

Όπως αποδείχθηκε, ο Μιχαλεάκος έστησε την απαγωγή και προσποιούνταν τον διαπραγματευτή. Ήταν εκείνους που τάχα συνεννοούνταν με τους απαγωγείς και ζητούσε από τη μητέρα του Μάριου Παπαγεωργίου να μην απευθυνθεί στις αρχές. Η υπόθεση εξιχνιάστηκε από την αστυνομία τον Οκτώβριο του 2012.
Αν και η συμμορία συνελήφθη, όλα αυτά τα χρόνια, παραμένει άγνωστο που είναι η σορός του Μάριου Παπαγεωργίου, καθώς οι ένοχοι δεν αποκαλύπτουν που την έχουν θάψει.

  • Υπόθεση Μπεν

Το πρωί της 24ης Ιουνίου 1991, ο 21 μηνών Μπεν Νίνταμ, που παραθέριζε με την οικογένειά του στην Κω, έπαιζε έξω από το τροχόσπιτο στην περιοχή Ηρακλής. Την τελευταία φορά που τον είδαν οι παππούδες του, έτρεχε χαρούμενος κρατώντας τα παιχνίδια του, χωρίς κανείς να φαντάζεται την τραγωδία που θα ακολουθούσε. Κάποια στιγμή, ο 17χρονος θείος του απομακρύνθηκε από την περιοχή, και από εκείνη τη στιγμή ο μικρός Μπεν εξαφανίστηκε. Οι αναζητήσεις ξεκίνησαν αρκετές ώρες αργότερα, καθώς όλοι υπέθεσαν αρχικά πως ήταν μαζί με τον θείο του. Όμως, αυτό δεν ίσχυε. Από τότε, 25 χρόνια μετά, η δραματική αναζήτηση συνεχίζεται, χωρίς να έχει βρεθεί ούτε το παραμικρό ίχνος από το άτυχο παιδί.

Τις πρώτες μέρες της αναζήτησης, ολόκληρο το νησί κινητοποιήθηκε για να βρει το παιδί. Κάποια στιγμή, ένας κάτοικος του νησιού, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, κυρίως ψυχολογικής φύσεως, και είχε εμπλακεί σε παράνομες δραστηριότητες, εμφανίστηκε στις Αρχές. Ισχυρίστηκε ότι είχε βρει ένα παιδάκι στο δρόμο και το είχε ρίξει σε ένα πηγάδι. Ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Αντίθετα, τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο συγκεκριμένος άνδρας έκαναν τη μαρτυρία του αναξιόπιστη.

Πολλά ειπώθηκαν τότε εις βάρος της οικογένειας του μικρού, με τις περισσότερες κατηγορίες να στρέφονται προς τον πατέρα του, ο οποίος είχε απασχολήσει τη βρετανική δικαιοσύνη. Ωστόσο, η μητέρα, η γιαγιά και ο παππούς του δεν σταμάτησαν ποτέ να αναζητούν το άτυχο παιδί, ευαισθητοποιώντας την κοινή γνώμη. Επιχειρηματίες από το εξωτερικό πρόσφεραν μεγάλες χρηματικές αμοιβές σε όποιον μπορούσε να δώσει πληροφορίες για τον μικρό Μπεν, όμως, παρά τις προσπάθειες, κανένα αποτέλεσμα δεν ήρθε. Κατά καιρούς κυκλοφορούσαν σποραδικές πληροφορίες πως ο Μπεν εθεάθη στην Ισπανία, τη Γαλλία ή ακόμη και στην Ελλάδα. Ωστόσο, αυτές οι αναφορές δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ, αφήνοντας την οικογένεια να ζει τον ατελείωτο εφιάλτη της.

Οι τελευταίες εξελίξεις αφορούν την άφιξη ειδικών ερευνητών από την Αγγλία στην Κω, οι οποίοι ερεύνησαν το έδαφος γύρω από το οίκημα όπου διέμενε η οικογένεια το 1991. Οι Βρετανοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι το παιδί ενδέχεται να καταπλακώθηκε από εκσκαφέα που χειριζόταν ο Κωνσταντίνος Μπάρκας, ο οποίος έχει πλέον φύγει από τη ζωή. Ωστόσο, η οικογένεια του Μπάρκα απορρίπτει κατηγορηματικά αυτές τις κατηγορίες εναντίον του συγγενή τους, ενώ παράλληλα στρέφεται κατά της οικογένειας του Μπεν και των Βρετανών αστυνομικών, εκφράζοντας την έντονη δυσαρέσκειά της.

Οι τριών εβδομάδων έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο νησί έφεραν στο φως ορισμένα αντικείμενα, τα οποία θεωρείται πιθανό να ανήκουν στον μικρό Μπεν. Υποστηρίζεται πως αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το παιδί θάφτηκε κατά λάθος. Ωστόσο, η Ελληνική Αστυνομία διατηρεί επιφυλάξεις σχετικά με αυτές τις εκτιμήσεις. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η οικογένεια του Μπεν συνεχίζει να ζει τον δικό της Γολγοθά. Μετά από 25 ολόκληρα χρόνια, εξακολουθεί να μην γνωρίζει αν το παιδί είναι ζωντανό ή νεκρό. Αν ο Μπεν ζει σήμερα, θα είναι 27 ετών.

  • Υπόθεση Άλεξ

Ο Άλεξ Μεσχισβίλι 11 χρόνων από τη Γεωργία, που ζούσε με τη μητέρα και τον πατριό του στη Βέροια, εξαφανίστηκε το απόγευμα της Παρασκευής 3 Φεβρουαρίου 2006, μεταξύ 7 και 8 από την περιοχή Ελιάς – Ανοίξεως Βέροιας. Η δικαιοσύνη θεώρησε πως έπεσε θύμα μπούλινγκ και τον σκότωσαν πέντε παιδιά (δύο Έλληνες, ένας Αλβανός, ένας Ρουμάνος και ένας Βορειηπειρώτης) αλλά το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.

Τη μοιραία Παρασκευή, πριν από 10 χρόνια, ο Άλεξ που μόλις είχε σχολάσει από το δημοτικό, πήγε στα αγγλικά του και το μεσημέρι γύρισε στο σπίτι όπου τον περίμενε ο πατριός του. Λίγο πριν από τις 6 ο Άλεξ έφυγε για την καθιερωμένη προπόνηση με ομάδα μπάσκετ η οποία τελείωνε στις 7 και μια ώρα μετά θα παρακολουθούσε μαθήματα ζωγραφικής. Στο διάστημα της αυτής της ώρας θα πέρναγε από το πρακτορείο ΠΡΟΠΟ που διατηρούσε ο πατριός του για να πάρει κάποια λεφτά. Το παιδί, όμως, δεν πέρασε ποτέ από το μαγαζί.

Σύμφωνα με τα όσα έγιναν γνωστά, το αγόρι έφυγε από το γήπεδο του μπάσκετ με τους φίλους του όταν σε κάποιο σημείο τους αποχαιρέτησε και συνέχισε μόνο του. Από εκείνη τη στιγμή και μετά τα ίχνη του εξαφανίστηκαν. Η μητέρα του Άλεξ με τον σύντροφο της άρχισαν να ψάχνουν σε όλους τους δρόμους της Βέροιας αλλά δίχως κάτι να μαρτυράει τι απέγινε ο 11χρονος. Απελπισμένοι επισκέφτηκαν μέχρι και το νοσοκομείο της πόλης αλλά κανείς δεν είχε δει τον Αλεξ. Το μόνο που τους έμενε ήταν να δηλώσουν την εξαφάνισή του στην αστυνομία.

Για πολλούς μήνες η αστυνομία της περιοχής, με τη βοήθεια και δυνάμεων από την Αθήνα, ερευνούσαν την υπόθεση αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν το παιδί και ούτε κάποιο στοιχείο που να τους οδηγούσε σε κάποιο συμπέρασμα. Τον Μάιο του 2006 η υπόθεση πήρε νέα τροπή από την ομολογία ενός 12χρονου Βορειοηπειρώτη ο οποίος όταν ρωτήθηκε από την αστυνομία για τον Αλεξ έβαλε αμέσως τα κλάματα και παραδέχτηκε ότι τον είχε δει τη βραδιά που χάθηκε.

Στην σοκαριστική απολογία του τόνιζε: «Καθόμασταν στα παγκάκια και καπνίζαμε. Ο Αλεξ γυρνώντας από την προπόνηση πέρασε από μπροστά μας. Τον προκαλέσαμε βρίζοντας τον και αυτός απάντησε. Τότε αρχίσαμε να τον κυνηγάμε. Αυτός άρχισε να τρέχει μέσα από τα στενά. Τον είδαμε σε μια στιγμή που ήταν απέναντι μας. Ο Αλεξ συνέχιζε να τρέχει και του κλείσαμε τον δρόμο στο δημαρχείο. Αρχίσαμε να τον βαράμε με μπουνιές και κλωτσιές παντού. Φώναξε και προσπάθησε να φύγει. Εκείνη την ώρα ο …. του έβαλε τρικλοποδιά, έχασε την ισορροπία του και έπεσε από τις σκάλες και στο ενδιάμεσο πλατύσκαλο σταμάτησε. Έβγαλε αίμα από το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Πήγαμε κοντά του και ένας από εμάς σκούπισε το αίμα με μία χαρτοπετσέτα. Έπειτα παρατηρήσαμε ότι η καρδιά του είχε σταματήσει και δεν ανέπνεε. Καταλάβαμε ότι ήταν νεκρός. Αν τον πηγαίναμε στο νοσοκομείο σκεφτήκαμε ότι θα είχαμε μπλεξίματα. Έτσι τον σηκώσαμε και τον πήγαμε μέσα στο σπίτι που είναι δίπλα στην πλατεία Δημαρχείου. Τον αφήσαμε σε ένα δωμάτιο, βγήκαμε έξω και δώσαμε όρκο σιωπής. Την επόμενη μέρα ξανά πήγαμε στο σημείο που τον είχαμε αφήσει. Δύο από εμάς που πήγαν και τον είδαν είπαν ότι ο Άλεξ είναι άσπρος γιατί έχει πεθάνει. Με τάραξε αυτό που άκουσα αλλά φοβήθηκα να μιλήσω γιατί φοβόμουν μην μου κάνουν τα ίδια. Ένας από εμάς πήρε ένα οικοδομικό καρότσι και μία παλιά κουβέρτα που υπήρχαν δίπλα. Τον έπιασαν από τα χέρια και τα πόδια και τον έβαλαν μέσα σκεπάζοντας τον με την κουβέρτα. Δεν πέρασε κανείς να μας δει γιατί επικρατούσε πολύ κρύο. Αποφασίσαμε να τον πάμε στην γέφυρα της Μπαρμπούτας. Στην διαδρομή συναντήσαμε κάποιους περαστικούς αλλά κανένας δεν μας κατάλαβε. Τον κατέβασαν κάτω από την γέφυρα από τα σκαλιά. Εγώ ήμουν από πάνω και τους έβλεπα. Όταν τον κατέβασαν εγώ έφυγα. Την επόμενη μέρα που τους ρώτησα τι τον έκαναν ο ένας μου έλεγε ότι τον πέταξαν στο ποτάμι και ο άλλος ότι τον άφησαν εκεί. Δεν ξέρω που βρίσκεται το σώμα του Άλεξ. Μετανιώνω για όλα αυτά και ζητάω συγγνώμη από την οικογένεια του. Έπρεπε να μιλήσω από την αρχή αλλά φοβόμουν μην πάθω τα ίδια».

Αργότερα αυτή η κατάθεση ανακλήθηκε από τον μικρό αλλά το Δικαστήριο Ανηλίκων εξέδωσε την απόφαση του στις 2 Φεβρουαρίου του 2009 με την οποία επέβαλλε: Στα δύο Ελληνόπουλα τοποθέτηση τους στο Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων Βόλου μέχρι την ενηλικίωση τους. Στο ρουμανικής καταγωγής αγόρι και στον Αλβανό το αναμορφωτικό μέτρο της ανάθεσης επιμέλειας στην Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων (ΥΕΑ) μέχρι την ενηλικίωση τους και στον Βορειοηπειρώτη την ανάθεση επιμέλειας στην ΥΕΑ Αθηνών μέχρι την ενηλικίωση του. Επίσης δικάστηκαν οι γονείς τον πέντε παιδιών και ο παππούς των Ελληνόπουλων σε ξεχωριστές δίκες. Ο παππούς καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 ετών και 6 μηνών για υπόθαλψη εγκληματία κατά συρροή και για ψευδορκία μάρτυρα. Οι γονείς των παιδιών σε ποινή 12 μηνών με αναστολή για παραμέληση εποπτείας ανηλίκων πλην της μητέρας του Ρουμάνου που αθωώθηκε ενώ ο πατέρας του καταδικάστηκε σε τρίμηνη φυλάκιση.

Η μητέρα του Άλεξ, Νατέλα, ακόμη ψάχνει να βρει το που εξαφάνισαν το μοναχογιό της και συχνά-πυκνά κάποιες σκόρπιες μαρτυρίες ότι έχουν δει τον Αλεξ στην Βουλγαρία και στην Ελλάδα της δημιουργούν ακόμη περισσότερο πόνο. Αν ζει σήμερα ο Αλεξ είναι 21 ετών.

  • Υπόθεση Άρτεμις στο Κορωπί

Πέντε χρόνια μετά τη μυστηριώδη εξαφάνιση της Άρτεμης στο Κορωπί και το θρίλερ συνεχίζεται.

Η 19χρονη Αρτεμις εξαφανίστηκε από το Κορωπί το μεσημέρι της 16ης Οκτωβρίου του 2021. Έφυγε από το σπίτι όπου ζούσε με την οικογένειά της στο Κορωπί στις 14:00, προκειμένου να κάνει αίτηση για δουλειά σε κατάστημα παιχνιδιών στην Παιανία.

Λίγο πριν τις 16:00 ο θείος της φέρεται να δήλωσε ότι την είδε να περιμένει στη στάση του λεωφορείου ενώ στις 17:30 το κινητό της απενεργοποιήθηκε στην Κάντζα. Από τότε η Αρτεμις δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Αν ζει σήμερα θα είναι 24 ετών.

  • Υπόθεση μικρής Αννούλας

Η Άννα Τριανταφυλλίδη ήταν το πρώτο παιδί που η εξαφάνισή του πήρε τόσο μεγάλη δημοσιότητα. Ήταν 2,5 χρόνων όταν εξαφανίστηκε μυστηριωδώς στις 19 Αυγούστου 1981.

Εκείνη την ημέρα ήταν στην παραλία Αγία Βαρβάρα στο Σκουτάρι της Μάνης και έπαιζε. Κάποια στιγμή η μητέρα της την αναζήτησε για να την ταΐσει αλλά δεν τη βρήκε πουθενά. Λουόμενοι είπαν ότι το παιδάκι κατευθύνθηκε προς τα τροχόσπιτα που υπήρχαν στην παραλία, αλλά ούτε εκεί εντοπίστηκαν τα ίχνη της. Οι έρευνες από δύτες, στην παραλία και τις σπηλιές, δεν έφεραν αποτέλεσμα. Ομάδες ειδικών με εκπαιδευμένα σκυλιά «χτένισαν» την περιοχή χωρίς να βρουν ίχνος του μικρού κοριτσιού. Τα ίχνη από τους τροχούς αυτοκινήτου που απομακρύνθηκε, έδειξαν πως το παιδί ή έπεσε θύμα απαγωγής ή κάποιος οδηγός το χτύπησε κατά λάθος και πέταξε το πτώμα του σε απόκρημνη περιοχή της Μάνης. Ήταν η πρώτη φορά στην Ελλάδα που η είδηση εξαφάνισης παιδιού, έβλεπε το «φως» της δημοσιότητας.

Λίγες μέρες μετά την αρπαγή της μικρής, η οικογένεια της έλαβε ένα ανώνυμο γράμμα από το Ντίσελντορφ της Γερμανίας. Μια Ελληνίδα μετανάστρια με το όνομα Λευκή, ισχυριζόταν ότι μια ψηλή ξανθιά γυναίκα γύρω στα 50, είχε απαγάγει την Αννούλα και βρισκόταν στην ίδια περιοχή. Μετά από λίγο καιρό μία άλλη γυναίκα με την ίδια περιγραφή που ζούσε στη Γερμανία και τις μέρες της εξαφάνισης παραθέριζε στη Μάνη, έστειλε ένα άλλο γράμμα στην οικογένεια, ρωτώντας για την εξέλιξη της υπόθεσης.

Αποστολέας ήταν μία καθηγήτρια που έμενε σε ένα από τα τροχόσπιτα της παραλίας και παραλήπτης η μητέρα της άτυχης μικρής. Όλοι τότε πίστευαν πως η γυναίκα είχε εμπλοκή στην εξαφάνιση της Αννούλας και η Ιντερπόλ την αναζητούσε. Δεν είχε σχέση, όμως, με την εξαφάνιση της Αννούλας και το ενδιαφέρον της γι’ αυτήν παρερμηνεύτηκε, όπως ισχυρίστηκε.

Ο πατέρας της Αννούλας πέθανε χωρίς ποτέ να μάθει την αλήθεια για το παιδί του. «Τα τελευταία 32 χρόνια είμαι σε έναν λαβύρινθο. Το να μην ξέρεις τι έχει συμβεί στο παιδί σου είναι ό,τι χειρότερο. Οταν ακούω ότι εξαφανίστηκε ένα παιδί τρελαίνομαι και σκέφτομαι το δικό μου, αλλά και τη μάνα που το ψάχνει. Ο άνδρας μου πέθανε με τον καημό ότι δεν έμαθε την αλήθεια. Η παραδειγματική τιμωρία για τους ανθρώπους που αρπάζουν παιδιά είναι η κρεμάλα. Ομως, αν αυτός που το πήρε μου το επέστρεφε ακόμη και σήμερα, θα τον αγκάλιαζα και θα του φιλούσα τα χέρια», δήλωσε η μητέρα της Αννας, η οποία έχει ένα εκ γενετής μαύρο σημάδι (σαν ελιά) ψηλά στους γλουτούς και σήμερα, αν ζει, είναι 37 ετών.

  • Υπόθεση εξαφάνισης φαντάρου σε πλοίο

Ο 23χρονος τότε Τάκης Κολλιαδέλης χάθηκε εν πλω στις 28 Ιουνίου ενώ ταξίδευε από την Χίο στον Πειραιά. Υπηρετούσε από τις 21 Μαΐου, στο 297ο Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού της Χίου, απ’ όπου πήρε αναβολή.

Ο 23χρονος που ταξίδευε με το «Νήσος Ρόδος» ήταν μαζί με ένα φίλο του ο οποίος τον είδε για τελευταία φορά στις δύο τα ξημερώματα. Ο αγνοούμενος ένα τέταρτο αργότερα, έστειλε μήνυμα στην κοπέλα του και στη συνέχεια το κινητό του τηλέφωνο απενεργοποιήθηκε.

Κάμερα ασφαλείας του πλοίου τον κατέγραψε να κινείται στο χώρο του καταστρώματος στις πέντε το πρωί, μία ώρα πριν το πλοίο φτάσει στο λιμάνι του Πειραιά. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του.

Για τα αίτια εξαφάνισης του, έχει διαταχθεί ένορκη διοικητική εξέταση στη μονάδα που υπηρετούσε, προκειμένου να διαπιστωθεί αν κάτι συνέβη εκεί. Αν ζει σήμερα θα είναι 30 ετών.

  • Υπόθεση του μικρού Γιώργου Παρασκευόπουλου

Δεν είναι μόνο ο Βασίλης Καλόγηρου: 7 ανεξιχνίαστες εξαφανίσεις που έχουν συγκλονίσει το Πανελλήνιο

Ήταν 10 χρόνων όταν ο Γιώργος Παρασκευόπουλος χάθηκε στο βουνό του χωριού Δήμητρα Γορτυνίας στις 24 Ιουνίου του 1992. Ακόμη μία υπόθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο και όσα χρόνια και αν περάσουν δεν ξεχνιέται.

Οι γονείς του που ζουν στην Κρήτη, τον είχαν στείλει διακοπές στο χωριό του παππού και της γιαγιάς του. Το πρωί της εξαφάνισης ο παππούς είχε πυρετό και η θεία σκέφτηκε να δώσει στο μικρό Γιωργάκη να κρατάει τα φάρμακα και να τον στείλει παρέα με τον παππού του στο βουνό που διατηρούσε τη στάνη με τα ζώα του. Κάποια στιγμή ο ηλικιωμένος άφησε τον εγγονό του στην πηγή του βουνού να γεμίσει με νερό τα δύο παγουράκια του κι εκείνος πήγε στα πρόβατά του.

Όταν γύρισε δεν τον βρήκε και υπέθεσε ότι ο μικρός επέστρεψε στο χωριό. Δεν ειδοποίησε κανέναν και δεν ανέφερε το περιστατικό ούτε και στον αδελφό του που τον επισκέφτηκε στη στάνη. Η εξαφάνιση του Γιωργάκη έγινε αντιληπτή όταν ο παππούς κατέβηκε στο χωριό το επόμενο βράδυ! Παρά τις έρευνες του στρατού, ειδικής ομάδας ερευνητών από την Ελβετία, χωρικών και συγγενών, το παιδί δεν βρέθηκε ποτέ. Αργότερα σε ένα δύσβατο σημείο του βουνού εντοπίστηκαν τα παγουράκια του παιδιού. Κάτοικος διπλανού χωριού ισχυρίστηκε ότι είδε ένα αγοράκι με τα χαρακτηριστικά του Γιώργου να κατεβαίνει από το βουνό προς τον κεντρικό δρόμο, αλλά δεν έδωσε σημασία και δεν το ανέφερε τον πρώτο καιρό των ερευνών. Το αποκάλυψε όταν ο Μητροπολίτης της περιοχής απείλησε με αφορισμό όσους ξέρουν και δεν μιλούν.

Αρκετά χρόνια αργότερα, ένας βοσκός βρήκε σε δύσβατη περιοχή ένα παιδικό αθλητικό παπουτσάκι που εκτιμάται ότι ανήκε στον αγνοούμενο Γιωργάκη. Παρόλα αυτά δεν μπόρεσε να βρεθεί κανένα άλλο στοιχείο για την τύχη του άτυχου παιδιού.

Οι συγγενείς του αρχικά υποψιάστηκαν τους τσιγγάνους και μόνοι τους έκαναν μία πολύ μεγάλη έρευνα γυρίζοντας στους καταυλισμούς όλης της Ελλάδας. Η οικογένεια του Γιώργου, ακόμα και σήμερα δεν γνωρίζει τι ακριβώς έχει συμβεί αφού δεν αποδείχτηκε κάποιο σενάριο και δεν υπήρξε κάποιο στοιχείο που θα έστρεφε τις έρευνες σε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αν ζει ο Γιωργος σημερα είναι 34 ετών.

  • Υπόθεση Νεκτάριου

Ο Νεκτάριος Κορδός χάθηκε στις 14 Αυγούστου 1989 από το χωριό Κάτω Αμπελόκηποι Μεσσηνίας σε ηλικία 7 χρόνων. Ήταν το τρίτο παιδί του Γιάννη και της Βασιλικής Κορδού. Την ημέρα εκείνη είχε πάει στα κτήματα της οικογένειας και κάποια στιγμή ξέφυγε της προσοχής τους και βγήκε στο δρόμο. Κάποιοι χωρικοί τον είδαν στα πίσω καθίσματα ενός μεγάλου αυτοκινήτου σκούρου χρώματος να τους χαιρετάει. Από τότε κανείς δεν έμαθε ποτέ για την τύχη του Νεκτάριου. Ο πατέρας του πέθανε περιμένοντας να δει ξανά το παιδί του. Αν ζει σήμερα ο Νεκτάριος είναι 34 ετών.

  • Το καταραμένο σπίτι στο Μαρκόπουλο: Από την οικία που έμενε ο εξαφανισμένος Κώστας Κολιαβασίλης, χάθηκε και ο Νίκος Χρυσολούρης 1 χρόνο μετά!

Ένα από τα πιο πυκνά και ανεξιχνίαστα μυστήρια που συγκλόνισαν την Αττική έρχεται ξανά στο φως, ανοίγοντας έναν από τους πιο σκοτεινούς φακέλους της εγχώριας αστυνομικής ιστορίας. Η εξαφάνιση και δολοφονία του 48χρονου αθλητικού παράγοντα, Κώστα Κολιαβασίλη, από το Μαρκόπουλο, παραμένει μέχρι σήμερα μια ανοιχτή πληγή για τους συγγενείς του, οι οποίοι ζητούν απεγνωσμένα απαντήσεις μέσα από έναν κυκεώνα ερωτημάτων που «καίνε».

Η υπόθεση, που βρέθηκε στο επίκεντρο πολύμηνων ερευνών της εκπομπής «Φως στο Τούνελ», συνθέτει ένα σκηνικό που θυμίζει κινηματογραφικό θρίλερ: οικονομικοί «αετονύχηδες», περίεργες συμπτώσεις με άλλους αγνοούμενους, εγκληματικές παραλείψεις των αρχών και μια «ομερτά» που καλύπτει τη δράση επικίνδυνων κυκλωμάτων στα Μεσόγεια.

Όλα ξεκίνησαν το Σάββατο 31 Μαρτίου 2012. Ο Κώστας Κολιαβασίλης, γνωστός και ιδιαίτερα αγαπητός αθλητικός παράγοντας της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας «ΜΑΡΚΟ», εξαφανίζεται ξαφνικά από την περιοχή του Μαρκοπούλου όπου διέμενε.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο 48χρονος φέρεται να είχε πέσει στο στόχαστρο μιας ομάδας επιτήδειων, οι οποίοι τον πολιορκούσαν στενά το τελευταίο διάστημα προκειμένου να τον πείσουν να επενδύσει όλες του τις οικονομίες —ένα ποσό που άγγιζε τις 180.000 ευρώ. Λίγο πριν χαθούν τα ίχνη του, ο Κολιαβασίλης είχε εκμυστηρευτεί στην αδελφή του αλλά και σε ένα φιλικό του πρόσωπο ότι είχε κανονίσει μια κρίσιμη συνάντηση στο Πόρτο Ράφτη. Εκεί, μια παρέα προσώπων —ανάμεσα στους οποίους και κάποιος με το όνομα Δημητρίου— υποτίθεται ότι θα του παρέδιδε ομόλογα που σχετίζονταν με τις συγκεκριμένες επενδύσεις.

Το απόγευμα εκείνου του μοιραίου Σαββάτου, η σύντροφός του και η κόρη της τον άκουσαν να μιλάει στο κινητό του τηλέφωνο. Η τελευταία του ατάκα ήταν: «Εντάξει φίλε, έρχομαι». Λίγα λεπτά μετά, επιβιβάστηκε στο μαύρο Opel Astra του και έφυγε με κατεύθυνση το Πόρτο Ράφτη. Είχε κανονίσει να βρεθεί σε ένα φιλικό γλέντι μία ώρα αργότερα. Δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Την επόμενη κιόλας ημέρα από την εξαφάνιση, το αυτοκίνητο του αθλητικού παράγοντα εντοπίζεται εγκαταλελειμμένο στην ερημική περιοχή Ευαγγελίστρια – Κουβαρά. Το όχημα μεταφέρεται και παραμένει παρκαρισμένο έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Μαρκοπούλου για ολόκληρους 14 μήνες!

Εκεί εκτυλίσσεται μια από τις πιο εξόργιστες πτυχές της ιστορίας, που κλόνισε την εμπιστοσύνη της οικογένειας στις αρχές. Παρόλο που το αυτοκίνητο ερευνήθηκε τόσο από τους αστυνομικούς της περιοχής όσο και από το εξειδικευμένο κλιμάκιο της Σήμανσης, κανείς δεν σκέφτηκε να ψάξει κάτω από το κάθισμα του οδηγού! Όταν, μετά από 14 μήνες, οι συγγενείς πήγαν να μετακινήσουν το όχημα σε ιδιωτικό χώρο, βρήκαν πεταμένο κάτω από το κάθισμα το κινητό τηλέφωνο του αγνοούμενου, το οποίο αποτελούσε το πιο κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης!

Η συσκευή παραδόθηκε αμέσως για προηγμένη επιστημονική ανάλυση στον γνωστό γενετιστή και μοριακό βιολόγο, Γιώργο Φιτσιάλο. Τα ευρήματα ήταν αποκαλυπτικά: πάνω στο κινητό τηλέφωνο, εκτός από το γενετικό υλικό του Κολιαβασίλη, εντοπίστηκε καθαρό DNA μιας άγνωστης γυναίκας, η ταυτότητα της οποίας παραμένει μυστήριο.

Παράλληλα, η δημοσιογραφική έρευνα «ξεσκόνισε» τα ηλεκτρονικά αποτυπώματα της συσκευής, διασταυρώνοντας κλήσεις και επαφές. Αποκαλύφθηκε ότι ο αθλητικός παράγοντας είχε ανταλλάξει σειρά μηνυμάτων με συγκεκριμένο πρόσωπο. Το πρόσωπο αυτό είχε καταθέσει στην Αστυνομία, φροντίζοντας όμως να αποκρύψει σκόπιμα ένα εξαιρετικά κρίσιμο μέρος της συνομιλίας τους, γεγονός που τον έθεσε αμέσως στο κάδρο των υπόλοιπων υπόλοιπων υπόπτων.

Τέσσερα χρόνια μετά την εξαφάνιση, ομαδικός πανικός φάνηκε να κυριεύει όσους εμπλέκονταν στην υπόθεση, καθώς το «Τούνελ» έσφιγγε τον κλοιό. Τότε, εμφανίστηκε ένας «μάρτυρας» ο οποίος ισχυρίστηκε με βεβαιότητα ότι συνάντησε τον Κολιαβασίλη ολοζώντανο στις ΗΠΑ, όπου υποτίθεται ότι ζούσε με πλαστά έγγραφα. Η φήμη απλώθηκε αστραπιαία στο Μαρκόπουλο, σε μια ξεκάθαρη απόπειρα να «παγώσουν» οι έρευνες για δολοφονία.

Η δημοσιογραφική έρευνα, ωστόσο, εντόπισε την πηγή της «πληροφορίας» και ξεκαθάρισε το θολό τοπίο. Ο μάρτυρας αποδείχθηκε ένα παντελώς αναξιόπιστο άτομο με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, για το οποίο εκκρεμούσε μάλιστα εισαγγελική παραγγελία για εγκλεισμό σε ψυχιατρείο. Το εντυπωσιακό είναι ότι το άτομο αυτό είχε στενές επαφές με πρόσωπα-κλειδιά που εμπλέκονται στην υπόθεση, αποδεικνύοντας ότι η ιστορία της Αμερικής ήταν ένα καλοστημένο σχέδιο αποπροσανατολισμού.

Η υπόθεση του Κώστα Κολιαβασίλη κρύβει και μια ανατριχιαστική σύμπτωση. Ο αθλητικός παράγοντας έμενε στο ίδιο ακριβώς σπίτι στο Μαρκόπουλο, από το οποίο, σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, εξαφανίστηκε μυστηριωδώς και ο 50χρονος Ελληνοελβετός πιλότος, Νίκος Χρυσολούρης! Δύο άνδρες, που συνδέονταν με το ίδιο οίκημα, χάθηκαν από προσώπου γης χωρίς να αφήσουν πίσω τους κανένα ίχνος.

Για την οικογένεια του Κολιαβασίλη, το «κλειδί» της δολοφονίας βρίσκεται στις έντονες φήμες που κυκλοφορούν στα Μεσόγεια για τη δράση περίεργων και σκληρών κυκλωμάτων που εκμεταλλεύονται, απειλούν και εξαφανίζουν ανθρώπους για μεγάλες περιουσίες. Ο φάκελος παραμένει ανοιχτός, με την ελπίδα η δικαιοσύνη να σπάσει, έστω και μετά από χρόνια, τον τοίχο της σιωπής.

  • Θρίλερ στο Κορωπί: Η σκοτεινή εξαφάνιση του Χρήστου Μερεντίτη

Ένα από τα πιο σκοτεινά, περίπλοκα και ανατριχιαστικά αστυνομικά θρίλερ που εκτυλίχθηκαν ποτέ στην Αττική έρχεται ξανά στο προσκήνιο, μέσα από μια καθηλωτική έρευνα που φέρνει στο φως το κανάλι «Εγκλήματα» στο YouTube. Πρόκειται για την πολύκροτη υπόθεση της εξαφάνισης του 36χρονου Χρήστου Μερεντίτη τον Μάιο του 2014 στο Κορωπί.

Μια ιστορία γεμάτη μεγάλα χρηματικά ποσά, ύποπτες αγοραπωλησίες φορτηγών, κυκλώματα της νύχτας, τοκογλυφία και μια «ομερτά» που κρατά μέχρι σήμερα. Το πιο τραγικό; Μια έγκυος γυναίκα που περίμενε να γεννήσει από μέρα σε μέρα και ένα ολόκληρο χωριό που ήξερε, αλλά έραψε το στόμα του.

Ο Χρήστος Μερεντίτης ήταν ένας αυθεντικός βιοπαλαιστής, άνθρωπος του μόχθου που ασχολούνταν με χωματουργικές εργασίες, διαθέτοντας δικά του βαρέα μηχανήματα (τσάπες, μπουλντόζες, φορτηγά). Είχε στήσει την επιχείρησή του στο Κορωπί, ενώ σε ένα οικόπεδο στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη —την οποία οι ντόπιοι αποκαλούν με το παράξενο όνομα «Μετανοείτε»— είχε φτιάξει ένα μικρό εξοχικό σπίτι-αποθήκη για να ξεκουράζεται.

Την άνοιξη του 2014, η ζωή του έδειχνε να είναι στα καλύτερά της. Επαγγελματικά είχε πάρει στα χέρια του έναν ραδιοφωνικό σταθμό στη Χαλκίδα, ενώ προσωπικά ζούσε στο Μαρκόπουλο Ωρωπού με την αρραβωνιαστικιά του, την Ντίνα, η οποία ήταν στον μήνα της και περίμεναν από στιγμή σε στιγμή το πρώτο τους παιδάκι. Μάλιστα, την ίδια ακριβώς εβδομάδα το ζευγάρι είχε προγραμματίσει να παντρευτεί. Αντί όμως για την εκκλησία, γράφτηκε ο πιο μαύρος επίλογος.

Το βράδυ της Δευτέρας 5 Μαΐου 2014, ο Χρήστος έφυγε από το Μαρκόπουλο λέγοντας στην Ντίνα ότι θα πάει να διανυκτερεύσει στο εξοχικό στο Κορωπί, καθώς το επόμενο πρωί είχε πολύ νωρίς δουλειές στην περιοχή. Το πρωί της Τρίτης, το κινητό του χτύπησε μεν μερικές φορές χωρίς απάντηση, και στη συνέχεια απενεργοποιήθηκε για πάντα.

Ανήσυχη η οικογένεια, μετέβη στο οικόπεδο στο Κορωπί για να δει τι συμβαίνει. Η εικόνα που αντίκρισαν τους πάγωσε το αίμα. Μπαίνοντας σε ένα μικρό κουβούκλιο-αποθήκη στην αυλή, εντόπισαν κηλίδες αίματος στο πάτωμα και δίπλα έναν άδειο κάλυκα από πιστόλι 9 χιλιοστών. Το αίμα ταυτοποιήθηκε αργότερα στα εργαστήρια: ανήκε στον Χρήστο. Στο χώρο βρέθηκε και ένας μεταλλικός λοστός με ίχνη δευτέρου τύπου αίματος, το οποίο όμως είχε αλλοιωθεί από τον ήλιο και τη σκόνη, καθιστώντας αδύνατη την εξαγωγή καθαρού προφίλ DNA.

Εκείνη την ώρα του απόλυτου τρόμου, ο πατέρας του Χρήστου, θολωμένος από τον πανικό και γνωρίζοντας ότι στην περιοχή λυμαίνονταν συμμορίες που έκλεβαν πανάκριβα χωματουργικά μηχανήματα, έκανε ένα ανεπανόρθωτο λάθος. Φοβούμενος ότι οι δράστες θα επέστρεφαν για να κλέψουν την περιουσία του γιου του, μπήκε μέσα σε μια βαριά τσάπα και άρχισε να τη μετακινεί.

Οι βαριές ερπίστριες του μηχανήματος πέρασαν πάνω από όλη την αυλή, ανακάτεψαν το έδαφος και ισοπέδωσαν τη σκηνή του εγκλήματος. Όταν έφτασε η σήμανση, τα χέρια των αστυνομικών ήταν δεμένα: αποτυπώματα, ίχνη από λάστιχα ξένων αυτοκινήτων και πατημασιές των δραστών είχαν εξαφανιστεί για πάντα.

Αν και αρχικά όλοι πίστευαν ότι το κακό έγινε τη νύχτα της Δευτέρας, η έρευνα έφέρε τα πάνω-κάτω. Μια σοβαρή μαρτυρία από ιδιοκτήτη καταστήματος με είδη θέρμανσης στο Κορωπί αποκάλυψε ότι ο Χρήστος ήταν ζωντανός το πρωί της Τρίτης 6 Μαΐου. Είχε πάει στο κατάστημα, κουρασμένος αλλά ευδιάθετος, πλήρωσε το υπόλοιπο ενός ηλιακού θερμοσίφωνα και αποχώρησε.

Αυτό σημαίνει ότι το μακελειό και η απαγωγή/εξαφάνιση του 36χρονου έγιναν μέρα μεσημέρι, μεταξύ 09:30 και 12:00, από κάποιον που πιθανότατα ο Χρήστος γνώριζε και τον περίμενε στο κτήμα.

Η αστυνομία επικέντρωσε τις έρευνές της στο βαθύ παρασκήνιο των Μεσογείων (κλοπές μηχανημάτων, ανταλλακτικά, τοκογλυφία). Δύο ημέρες πριν χαθεί, ο Χρήστος είχε πουλήσει ένα παροπλισμένο λευκό φορτηγό Mercedes σε στενό του φίλο, ο οποίος όλως παραδόξως το μεταπώλησε την ίδια μέρα σε μάντρα στον Ασπρόπυργο για να το «εξαφανίσει».

Παράλληλα, ο Χρήστος κυκλοφορούσε με μια BMW που ανήκε σε έναν ιδιοκτήτη μεγάλου συνεργείου φορτηγών στο Κορωπί. Ο μηχανικός αυτός του χρωστούσε χρήματα από μεροκάματα και του είχε δώσει το αμάξι ως εγγύηση.

Ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν ο τελευταίος που είδε και μίλησε με τον Χρήστο το πρωί της εξαφάνισης. Παρά τις έντονες υποψίες και τις κραυγές της οικογένειας, η αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να «δέσει» την υπόθεση δικαστικά: δεν υπήρχε πτώμα, δεν υπήρχε όπλο, και η σκηνή του εγκλήματος είχε καταστραφεί. Δύο χρόνια αργότερα, ο συγκεκριμένος μηχανικός δολοφονήθηκε και ο ίδιος μέσα στο σπίτι του, παίρνοντας τα όποια μυστικά του στον τάφο.

Μέχρι και σήμερα, η υπόθεση παραμένει στα συρτάρια των άλυτων μυστηρίων. Η μητέρα του, η κυρία Λίτσα, που παλεύει με σοβαρή ασθένεια έχοντας χάσει ήδη και μια κόρη στο παρελθόν, ξεσπά σε λυγμούς μπροστά στις κάμερες ζητώντας έστω ένα κόκκαλο για να θάψει το παιδί της. Το παιδί του Χρήστου μεγάλωσε και πηγαίνει πλέον σχολείο, γνωρίζοντας τον πατέρα του μόνο μέσα από μια φωτογραφία σε μια αφίσα αναζήτησης.

Ο σκληρός κώδικας της σιωπής στα Μεσόγεια κρατά καλά, όμως όπως τονίζει και η έρευνα, το τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει και η αλήθεια πάντα βρίσκει τον τρόπο να βγει στο φως.

Το διαβάσαμε εδώ

Δείτε και αυτά
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής), θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολόγιου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ιστολόγιο.